ῥυτίδων

ῥυτίς
pucker
fem gen pl
ῥυτιδόω
make wrinkled
imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)
ῥυτιδόω
make wrinkled
imperf ind act 1st sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ῥυτιδῶν — ῥυτιδόω make wrinkled pres part act masc voc sg (doric aeolic) ῥυτιδόω make wrinkled pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ῥυτιδόω make wrinkled pres part act masc nom sg ῥυτιδόω make wrinkled pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρυτίδωση — η / ῥυτίδωσις, ώσεως, ΝΑ [ῥυτιδῶ] σχηματισμός ρυτίδων, ρυτίδωμα, πτύχωση, σούφρωμα νεοελλ. 1. ιατρ. αισθητική δυσμορφία τού δέρματος που προκαλείται από πολλαπλασιαμό τών ρυτίδων στο πρόσωπο και, ιδίως, στους κροτάφους, στη ρινοχειλική αύλακα,… …   Dictionary of Greek

  • ζάρωμα — το [ζαρώνω] σχηματισμός πτυχών ή ρυτίδων, πτύχωση, σούφρωμα, ρυτίδωση …   Dictionary of Greek

  • μετωποσκοπία — η [μετωποσκόπος] η τέχνη τής διάγνωσης τού χαρακτήρα ενός ατόμου με την εξέταση τού μετώπου ή και τών ρυτίδων του ή γενικά τής έκφρασης τού προσώπου, αλλ. μετωπομαντεία …   Dictionary of Greek

  • μετωποσκόπος — ο (Α μετωποσκόπος) αυτός που μπορεί να διαγνώσει τον χαρακτήρα ενός ατόμου με την εξέταση τού μετώπου και τών ρυτίδων του. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέτωπον + σκόπος (< σκοπῶ), πρβλ. μετεωρο σκόπος, ονειρο σκόπος] …   Dictionary of Greek

  • ράκωσις — και ῥακίωσις, ώσεως, ἡ, ΜΑ [ῥακοῡμαι] ο σχηματισμός ρυτίδων, το ζάρωμα …   Dictionary of Greek

  • ρικνότητα — η / ῥικνότης, ητος, ΝΑ [ῥικνός] ύπαρξη ρυτίδων, ρυτίδωση, ζάρωμα, σούφρωμα αρχ. η καμπυλότητα …   Dictionary of Greek

  • ρυτίδα — η / ῥυτίς, ίδος, ΝΑ, και αιολ. τ. βρυτίς, Α πτύχωση, ζαρωματιά που σχηματίζεται σε μια επιφάνεια και, ιδίως, στο δέρμα ως αποτέλεσμα τής γήρανσης (α. «φάνηκαν οι πρώτες ρυτίδες στο πρόσωπό της» β. «ἐν τῷ προσώπῳ τῶν ῥυτίδων ὅσας ἔχει», Αριστοφ.)… …   Dictionary of Greek

  • τετάνωθρον — τὸ, Α καλλυντική αλοιφή ή υγρό για την εξάλειψη τών ρυτίδων τού δέρματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τετανῶ, όω + επίθημα θρον (πρβλ. σάρω θρον)] …   Dictionary of Greek

  • αγάθοσμο — (agathosma). Θάμνος της οικογένειας των ρυτιδών, που κατάγεται από τη νότια Αφρική. Συνήθως αναφέρεται ως αγάθοσμα, γιατί υπάρχουν αρκετά είδη θάμνων με το ίδιο όνομα. Αναπτύσσεται σε υγρά, αμμώδη και τυρφώδη εδάφη. Τα φύλλα του είναι επάλληλα ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.